Δέκα χρονών αγάπησα τις μελωδίες του κόσμου,
δίχως δασκάλους και κλειδιά, βρήκα τις μουσικές.
Στων ποιητών τα κύματα ταξίδεψα βαθιά,
και έγιναν οι νότες μου, κρυφή παρηγοριά.
Δεν έμαθα να αντιγράφω δρόμους πεπατημένους,
γύρευα άλλες θάλασσες, σκοπούς πεφωτισμένους.
Τραγούδια δίχως εύκολες τιμές της αγοράς,
που είναι κι ευκολόπεπτα, για να τα αγαπάς.
Κι όμως
Δεν έκανα καριέρα... κι ούτε θα κάνω τώρα.
Δεν μου ταιριάζει ο θόρυβος, μου φτάνει η ανηφόρα.
Κι αν κάποτε μετρήσετε, άνθρωπο, κι όχι φήμη,
ίσως να βρείτε μέσα σας, τη μυστική μου ύλη.
Γιατί η ζωή μας όλη, μπορεί να ξοδευτεί,
κι όταν ζητήσεις δύναμη, αυτή να' χει χαθεί.
Πιστεύω τα πιστέυω μου, που η μουσική μου χάραζε,
γι αυτό και δε με προδώσαν όταν ο κόσμος άλλαζε.
Το ψωμί μου κέρδιζα σε ξένο περιβόλι,
ξέφευγα απ' το δρόμο μου, για να γλεντήσουν όλοι.
Σε μαγαζιά που η καρδιά ποτέ δεν λαχταρούσε,
της ανάγκης τη στολή, η μουσική φορούσε.
Δεν περιμένω το αύριο, για να με δικαιώσειι,
αφού η φτωχή μου η ψυχή, έχει ήδη ματώσει.
Έδινα την αγάπη μου, έτσι απλά, απλώς,
κι έκανα οικογένεια, ως άνθρωπος απλός.
Κι όμως
Δεν έκανα καριέρα... κι ούτε θα κάνω τώρα.
Δεν μου ταιριάζει ο θόρυβος, μου φτάνει η ανηφόρα.
Κι αν κάποτε μετρήσετε, άνθρωπο, κι όχι φήμη,
ίσως να βρείτε μέσα σας, τη μυστική μου ύλη.
Γιατί η ζωή μας όλη, μπορεί να ξοδευτεί,
κι όταν ζητήσεις δύναμη, αυτή να' χει χαθεί.
Πιστεύω τα πιστέυω μου, που η μουσική μου χάραζε,
γι αυτό και δε με προδώσαν όταν ο κόσμος άλλαζε.
Στίχος, σύνθεση, ερμηνεία και εκτέλεση όλων των οργάνων με πλήκτρα: Στέλιος Κώττας